Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σκαρφαλώνω στα γαλλικά
σκαρφαλώνω
λέγεται
skarfa’lono
.
σκαρφαλώνω
σημαίνει στα γαλλικά
grimper / escalader
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
