Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σπήλαιο στα γαλλικά
σπήλαιο
λέγεται
’spileo
.
σπήλαιο
σημαίνει στα γαλλικά
grotte
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σπήλαιο : grotte
- σπήλαιο / παθολογική κοιλότης : caverne
- πρόωρο σπήλαιο : caverne précoce
- οπτικό σπήλαιο / ατροφία του Schnabel : atrophie optique avec excavation
- δύσκαμπτο σπήλαιο : caverne rigide
- φυματιώδες σπήλαιο : caverne soufflée / caverne ballonnisée
- φυματιώδες σπήλαιο : caverne tuberculeuse
- υπόγειο σπήλαιο/άντρο : caverne
- σπήλαιο του υπεξωκότος : caverne pleuro-pulmonaire
- υπόγειο σπήλαιο με δάπεδο από σκύρα : caverne à sol de gravier
Subscribe
0 Comments


