Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σπαστικός στα γαλλικά
σπαστικός
λέγεται
spasti’kos
.
σπαστικός
σημαίνει στα γαλλικά
casse-pieds
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σπαστικός : spasmophilique
- σπαστικός βήχας : toux spasmodique
- δυναμικός ειλεός / σπαστικός ειλεός : iléus dynamique
- σπαστικός ειλεός νεογέννητου : iléus méconial
Subscribe
0 Comments


