Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σπόγγος στα γαλλικά
σπόγγος
λέγεται
’spogos
.
σπόγγος
σημαίνει στα γαλλικά
éponge
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σπόγγος : effaceur-jouet
- σπόγγος : éponge
- επίθεμα / μάκτρον : tampon
- σπόγγος / σφουγγάρι : éponge
- λούφα / τζούφα : luffa / éponge végétale
- δέρμα αιγάγρου / σπόγγος από δέρμα αιγάγρου : peau de chamois
- φυσικός σπόγγος : éponge naturelle
- Δερματικός σπόγγος : éponge pour application cutanée
- ειδική ραφή των κοιλιακών τοιχωμάτων κατά την οποίαν μεταξύ ιστών και ράμμα τος παρεμβάλλεται προστατευτικόν υλικόν π.χ.σπόγγος,βαμβάκι,κλπ. : suture empennée / suture emplumée
Subscribe
0 Comments


