Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στέρηση στα γαλλικά
στέρηση
λέγεται
’sterisi
.
στέρηση
σημαίνει στα γαλλικά
frustration
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στέρηση : sevrage
- υλική στέρηση : dénuement matériel / privation matérielle
- σοβαρή υλική στέρηση : taux de privation matérielle aigüe
- παράνομη κατακράτηση / στέρηση της προσωπικής ελευθερίας : séquestration
- απώλεια σε περίπτωση μη χρήσης / αξιοποίηση ή στέρηση : clause de "Use-It-Or-Lose-It"
- έλλειψη αναμιξιμότητας / στέρηση αναμιξιμότητας : lacune de miscibilité
- στέρηση της ελευθερίας : privation de liberté
- κλιμακτήρια αρθροπάθεια / αρθροπάθεια προκαλούμενη από την στέρηση ή οφειλόμενη στην στέρηση των ωοθηκών : rhumatisme(m.)ménopausique
- στέρηση προσωπικής ζωής : privation de la vie privée
Subscribe
0 Comments


