Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στίξη στα γαλλικά
στίξη
λέγεται
’stiksi
.
στίξη
σημαίνει στα γαλλικά
ponctuation
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στίξη / φουζικλάδιο : tavelure
- στίξη : ponctuation
- στίξη : pointage
- συμβατική στίξη : ponctuation prescrite
- βασεόφιλη στίξη ερυθρών στη μολθβδίαση : granulations basophiles des hématies dans le saturnisme
- διαπίστωση της παρουσίας αιμοσφαιρίων με βασεόφιλη στίξη πάνω στην αντικειμενοφόρο πλάκα : constater la présence d'hématies à granulations basophiles sur la lame sanguine
Subscribe
0 Comments


