Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σταυρώνω στα γαλλικά
σταυρώνω
λέγεται
stav’rono
.
σταυρώνω
σημαίνει στα γαλλικά
crucifier / croiser
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
