Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στεριά στα γαλλικά
στεριά
λέγεται
ste’rja
.
στεριά
σημαίνει στα γαλλικά
terre ferme
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στην ακτή / στη στεριά : à terre
- μπέντουλας ακτής / δίχτυ που βυθίζεται κρεμασμένο και μανουβράρεται από τη στεριά : carrelet / filet soulevé manoeuvré du rivage
Subscribe
0 Comments


