Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στουμπώνω στα γαλλικά
στουμπώνω
λέγεται
stu’bono
.
στουμπώνω
σημαίνει στα γαλλικά
bourrer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
