Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στόμα στα γαλλικά
στόμα
λέγεται
’stoma
.
στόμα
σημαίνει στα γαλλικά
bouche
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στόμα : stomate
- στόμα : bouche
- QHO / συντελεστής κινδύνου για την έκθεση από το στόμα : QHO / quotient de risque concernant l'exposition orale
- E και M / αυτί και στόμα : fil RON - fil TRON
- ERM / εντερικό ερυθρό στόμα : ERM / yersiniose
- βλαστοπόρος / αρχέγονο στόμα : blastopodiocyte
- βλαστόπορος / αρχέγονο στόμα : blastopore / bouche primitive
- γιερσινίωση / νόσος εντερική ερυθρού στόματος : ERM / yersiniose
- τεχνητό στόμα : bouche artificielle
- στόμα με στόμα : bouche à oreille
Subscribe
0 Comments


