Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

συνεχώς στα γαλλικά
συνεχώς
λέγεται
sine’hos
.
συνεχώς
σημαίνει στα γαλλικά
continuellement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Σ.Σ.Σ. / συνεχώς συγκολλημένες σιδηροτροχιές : rails longs / barres longues
- CVT / ΣΜΜ : CVT / TVC
- μικρόφωνο συνεχώς ανοιχτό : microphone en service permanent
- συνεχώς διεγειρόμενο λέιζερ : laser excité en continu
- συσκευή διαστολής για σιδηροτροχιές / μεγάλου μήκους συσκευή διαστολής για συνεχώς συγκολλημένες σιδηροτροχιές : appareil de dilatation pour barres longues
- λειτουργία με συνεχώς μεταβαλλομένη πίεση : fonctionnement à pression d'amont réglée / fonctionnement à pression glissante réglée
- ταχύτητα διαρκώς και συνεχώς αναρυθμιζόμενη : variateur de vitesse à réglage progressif
- μετάδοση κίνησης και στους 4 τροχούς συνεχώς : 4x4 permanent / transmission intégrale permanente
- ασφάλιση ζωής συνεχώς μειουμένων ασφαλίστρων : police à primes dégressives
Subscribe
0 Comments


