Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

συστολή στα γαλλικά
συστολή
λέγεται
sisto’li
.
συστολή
σημαίνει στα γαλλικά
contraction
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- συστολή : convergence
- συστολή : systole
- λαιμός / συστολή : partie à forme rétrécie
- συστολή / περιοριστικό περίβλημα : manchon de réduction
- συστολή : contraction
- συστολή : compression
- συστολή / συρρίκνωση : retrait
Subscribe
0 Comments


