Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σφύρα στα γαλλικά
σφύρα
λέγεται
’sfira
.
σφύρα
σημαίνει στα γαλλικά
marteau
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σφύρα : boulet
- σφυρί / σφύρα : marteau
- σφύρα / σίδερο για σημάδεμα με τη φωτιά : fer à marquer / fer à marquer au feu
- σφύρα : mouton
- βαρειά / μεγάλο σφυρί : marteau à devant / marteau de forgeron
- κτύπημα / σφυρηλάτηση : coup de bélier
- αερόσφυρα / αεροκίνητος σφύρα : marteau perforateur à air comprimé
- αεροσφύρα / αερόσφυρα : marteau-piqueur
- σφύρα ήλωσης : marteau riveur
- σφύρα σπαστήρα : marteau de broyeur
Subscribe
0 Comments


