Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σωριάζω στα γαλλικά
σωριάζω
λέγεται
so’rjazo
.
σωριάζω
σημαίνει στα γαλλικά
entasser / σωριάζομαι s’écrouler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
