Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τετράγωνο στα γαλλικά
τετράγωνο
λέγεται
tet’rayono
.
τετράγωνο
σημαίνει στα γαλλικά
carré
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τετράγωνο : carré / grand dos
- τετράγωνο / τετράγωνο εμ : cadratin
- τετράγωνο / ζώνη απαγόρευσης της αλιείας : cantonnement / carré de pêche
- τετράγωνο / αρσενικό τετράγωνο : carré / carré mâle
- διάστημα εμ / τετράγωνο εμ : cadratin
- οικοδομικό τετράγωνο / Ο.Τ. : îlot
- τετράγωνο άκρο : carré d'outil / carré pour outils
- τετράγωνο πηνίο / τετράγωνο στραγγαλιστικό πηνίο : self carré
- τετράγωνο ιστίο : voile carrée
- περικόχλιο καρέ / τετράγωνο περικόχλιο : écrou carré
Subscribe
0 Comments


