Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τεχνητός στα γαλλικά
τεχνητός
λέγεται
tehni’tos
.
τεχνητός
σημαίνει στα γαλλικά
artificiel
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τεχνητός / προκλητός : induit
- τεχνητός : artificiel
- τεχνητό φώς / τεχνητός φωτισμός : lumière artificielle
- γυρορίζοντας / τεχνητός ορίζοντας : gyrohorizon / horizon artificiel
- τεχνητό μάτι / τεχνητός οφθαλμός : oeil artificiel
- τεχνητός κηρός : cire artificielle
- τεχνητό φορτίο / τεχνητός φόρτος : circuit de charge fictif
- τεχνητός ύφαλος : récif artificiel
- τεχνητός σπόρος / συνθετικός σπόρος : semence artificielle
Subscribe
0 Comments


