Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τηλέφωνο στα γαλλικά
τηλέφωνο
λέγεται
ti’lefono
.
τηλέφωνο
σημαίνει στα γαλλικά
téléphone
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τηλέφωνο : téléphone
- τηλέφωνο / χειροσυσκευή : combiné / poste téléphonique
- κινητό / κινητό τηλέφωνο : téléphone mobile
- CPE / CPMX : extension de gestion du traitement des appels
- CT-2 / ακόρδονο τηλέφωνο δεύτερης γενιάς : téléphonie mobile de seconde génération
- ποντίκι VoIP / ποντίκι-τηλέφωνο VoIP : souris VoIP
- ταμπλετόφωνο / τηλέφωνο-ταμπλέτα : phablette
- CCM / κινητό τηλέφωνο πιστωτικής κάρτας : téléphone portable à carte bancaire
- OPX / εξωκείμενο εσωτερικό τηλέφωνο : OPX / extension hors site
- εικονοτηλέφωνο / τηλέφωνο με εικόνα : vidéophone / visiophone
Subscribe
0 Comments


