Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τιμωρία στα γαλλικά
τιμωρία
λέγεται
timo’ria
.
τιμωρία
σημαίνει στα γαλλικά
punition
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σωματική τιμωρία : châtiment corporel / châtiment physique
- σωματική τιμωρία δυνάμει δικαστικής απόφασης : peine corporelle prononcée par un tribunal
- απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία : peines ou traitements inhumains ou dégradants
- Διαμερικανική σύμβαση για την πρόληψη και την τιμωρία των βασανιστηρίων : Convention interaméricaine pour la prévention et la répression de la torture
- τιμωρία του μαθητή με πρόσθετη παραμονή στο σχολείο μετά το τέλος των μαθημάτων : retenue
- Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και κάθε άλλη βάναυση, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία : Rapporteur spécial sur la torture et autres peines ou traitements cruels, inhumains ou dégradants
- Σύμβαση για την πρόληψη και την τιμωρία εγκλημάτων που στρέφονται κατά των διεθνώς προστατευομένων προσώπων συμπεριλαμβανομένων και των διπλωματικών αντιπροσώπων : Convention sur la prévention et la répression des infractions contre les personnes jouissant d'une protection internationale, y compris les agents diplomatiques
- Πρωτόκολλο για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της διακίνησης προσώπων, ιδιαίτερα γυναικών και παιδιών, που συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος : Protocole additionnel à la Convention des Nations unies contre la criminalité transnationale organisée visant à prévenir, réprimer et punir la traite des personnes, en particulier des femmes et des enfants
Subscribe
0 Comments


