Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τοπικός στα γαλλικά
τοπικός
λέγεται
topi’kos
.
τοπικός
σημαίνει στα γαλλικά
local
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τοπικός : topique
- τοπικός : local
- LMFALM / τοπικός πολυπλαισιακός συναγερμός : signal d'alarme multitrame local
- επικάλυψη / τοπικός τελεστής : masque d'image / opérateur d'image
- ΤΥΑ / τοπικός υπεύθυνος ασφαλείας : LSO / responsable local de sécurité
- LSP / τοπικός προμηθευτής υπηρεσιών : LSP / fournisseur de services local
- τοπικός οίνος : vin de pays
- τοπικός άτλας : atlas local
- τοπικός φόρος / φόρος τοπικής αυτοδιοίκησης : impôt local / impôt municipal
- συνδρομητική γραμμή / συνδρομητικός βρόχος : accès local / boucle locale
Subscribe
0 Comments


