Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τρίξιμο στα γαλλικά
τρίξιμο
λέγεται
’triksimo
.
τρίξιμο
σημαίνει στα γαλλικά
grincement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τρίξιμο : grésillement
- τρίξιμο του φρένου : grincement de freinage
- το τρίξιμο καινούργιου δέρματος : bruit de cuir neuf
Subscribe
0 Comments


