Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τραύμα στα γαλλικά
τραύμα
λέγεται
’travma
.
τραύμα
σημαίνει στα γαλλικά
blessure
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κάκωση / τραύμα (Deprecated) : lésion / blessure
- πληγή / τραύμα : plaie
- τραύμα : blessure
- τραύμα : lésion
- βίαιο τραύμα : traumatisme violent
- τραύμα όρχεως : traumatisme du testicule
- τραύμα δήγματος : morsure / plaie par morsure
- ακουστικό τραύμα : phonotrauma / trauma acoustique
- κοιλιακόν τραύμα : trauma abdominal
- κοιλιακόν τραύμα : plaie abdominale
Subscribe
0 Comments


