Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τσακώνω στα γαλλικά
τσακώνω
λέγεται
tsa’kono
.
τσακώνω
σημαίνει στα γαλλικά
pincer / attraper / τσακώνομαι se quereller
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
