Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τσατσάρα στα γαλλικά
τσατσάρα
λέγεται
tsa’tsara
.
τσατσάρα
σημαίνει στα γαλλικά
peigne
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τσατσάρα : démêloir
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
