Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τυπικός στα γαλλικά
τυπικός
λέγεται
tipi’kos
.
τυπικός
σημαίνει στα γαλλικά
formel
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τυπικός έλεγχος : contrôle formel
- τυπικός καθορισμός : spécification formelle
- απλός τυπικός νόμος : loi ordinaire
- τυπικός μικροεπενδυτής : veuve de Carpentras
- τυπικός έλεγχος βιβλίων : contrôle comptable formel
- ποσοστό θνησιμότητας κατά ηλικία / θνησιμότητα κατά ηλικία : taux de mortalité par âge / taux-type de mortalité par âge
- τυπικός ποιοτικός έλεγχος : contrôle de qualité standard
- τυπικός σάκος απορριμμάτων / τυποποιημένος σάκος απορριμμάτων : sac à déchets standard
Subscribe
0 Comments


