Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τυπώνω στα γαλλικά
τυπώνω
λέγεται
ti’pono
.
τυπώνω
σημαίνει στα γαλλικά
imprimer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τυπώνω : patronner
- τυπώνω : imprimer
- τυπώνω / εντυπώνω : empreindre
- τυπώνω / εκτυπώνω : imprimer
- κάνω κλισέ / στερεοτυπώνω : stéréotyper
- στερεοτυπία / τυπώνω διά στερεοτυπίας : stéréotypage
- σταμπάρω δέρμα / τυπώνω στο δέρμα : grainer une peau
- τυπώνω συγράμματα : faire rouler la presse
- τυπώνω σε ξηρό χαρτί : tirer à sec
Subscribe
0 Comments


