Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τύφος στα γαλλικά
τύφος
λέγεται
’tifos
.
τύφος
σημαίνει στα γαλλικά
typhus
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κοιλιακός τύφος / τυφοειδής πυρετός : febris typhoidea / typhus abdominal
- βρογχικός τύφος / πνευμονικός τύφος : broncho-typhus
- τύφος Casablanca : fièvre typhoïde de Casablanca
- τύφος των ορνίθων : typhose aviaire
- τύφος των ορνίθων / λευκή διάρροια των ορνίθων : pullorose / diarrhée blanche du poussin
- μεξικανικός τύφος / μυϊκός εξανθηματικός τύφος : typhus exanthématique endémique
- εξανθηματικός τύφος : typhus exanthématique
- Εξανθηματικός τύφος : Typhus exanthématique (Lat.: Typhus exanthematicus)
Subscribe
0 Comments


