Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

υποχρεώνω στα γαλλικά
υποχρεώνω
λέγεται
ipohre’ono
.
υποχρεώνω
σημαίνει στα γαλλικά
obliger
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- υποχρεώνω σε αποκλειστικές αγορές : lier par des achats exclusifs
- υποχρεώνω(μέλος)να παραδώσει το σύνολο της παραγωγής του : obliger à livrer la totalité de la production
Subscribe
0 Comments


