Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

υπόλοιπο στα γαλλικά
υπόλοιπο
λέγεται
i’polipo
.
υπόλοιπο
σημαίνει στα γαλλικά
reste
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- υπόλοιπο / ποσό λογαριασμού : solde
- υπόλοιπο : solde / reliquat
- υπόλοιπο / "ποζισιόν" : position
- υπόλοιπο : poste résiduel
- υπόλοιπο / βεβαίωση υπολοίπου λογαριασμού : confirmation de soldes
- ισοζύγιο / ισορροπία : bilan
- κοτσάνι / υπόλοιπο διατρήματος φέρον ποσότητα εκρηκτικής ύλης μετά από έκρηξη : culot d'explosif
- "υπόλοιπο" / βεβαίωση υπολοίπου τραπεζικού λογαριασμού : confirmation de solde bancaire
- RAL / υπόλοιπο προς εκκαθάριση : reste à liquider (Preferred) / engagement restant
- υπόλοιπο κερδών / πλεόνασμα κερδών : bénéfice excédentaire
Subscribe
0 Comments


