Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

υψηλός στα γαλλικά
υψηλός
λέγεται
ipsi’los
.
υψηλός
σημαίνει στα γαλλικά
élevé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παππάς / υψηλός στόχος : signal très élevé
- υψηλός δείκτης : indice élevé
- υψηλός στύλος : hautain
- υψηλός κίνδυνος : risque de pointe
- υψηλός κορεσμός : saturation poussée / saturation profonde
- κόντρα πόστα(κν.) / ενισχυμένος ή υψηλός νομέας : porque
- αρρηναθήρ ο υψηλός : fromental / avoine élevée
- υψηλή εκπεμψιμότητα / υψηλός συντελεστής εκπομπής : grand pouvoir d'émission
- ενεργός υψηλός τυρφώνας / ενεργός τυρφώνας υψιπέδων : tourbière haute active
- υψηλός βαθμός σύγκλισης : degré élevé de convergence
Subscribe
0 Comments


