Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φίλτρο στα γαλλικά
φίλτρο
λέγεται
’filtro
.
φίλτρο
σημαίνει στα γαλλικά
filtre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ηθμός / φίλτρο : filtre
- φίλτρο : filtre
- φίλτρο : bout-filtre
- φίλτρο : morfil / étendelle
- σίτα / φίλτρο : filtre / grille
- σίτα / φίλτρο : plaque-filtre / écran perforé
- φίλτρο / φίλτρο σκόνης : filtre
- φίλτρο : filtre de fréquence
Subscribe
0 Comments


