Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φυσική στα γαλλικά
φυσική
λέγεται
fisi’ki
.
φυσική
σημαίνει στα γαλλικά
physique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φυσική : physique
- φυσική / περιοχή φραγής : région de pincement
- ΣΦΠΠΥ / Διεθνής Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού και των πυρηνικών εγκαταστάσεων : CPPMN / Convention sur la protection physique des matières nucléaires
- EB-PVD / εναπόθεση ατμού με φυσική μέθοδο δέσμης ηλεκτρονίων : dépôt en phase vapeur par procédé physique par faisceau d'électrons
- ρετσίνι / φυσική ρητίνη : gomme-résine
- Ομάδα / Φυσική ομάδα : fysiek blok
- σύνδεση / Φυσική σύνδεση : connexion physique
- πόθος / φυσική επιθυμία : épithymie
- block / ομάδα : bloc
- ΦΥΕ / Φυσική Υψηλών Ενεργειών : PHE / physique des hautes énergies
Subscribe
0 Comments


