Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φόβος στα γαλλικά
φόβος
λέγεται
’fovos
.
φόβος
σημαίνει στα γαλλικά
peur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φόβος : anxiété / angoisse
- φόβος / τρόμος : horreur
- ανησυχία / προκαταβολικός φόβος : inquiétude / appréhension
- βροντοφοβία / φόβος κατεγίδας : brontophobie / peur du tonnerre
- φόβος μόλυνσης : phobie d'infection
- φόβος λοίμωξης : crainte des infections
- αν υπάρχει φόβος : lorsqu'il y a lieu de craindre
- φόβος ευνουχισμού : angoisse de castration
- βάσιμος φόβος δίωξης : crainte fondée de persécution
- φόβος προς την συνουσία : coitophobie / peur du coit
Subscribe
0 Comments


