Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

χιτώνας στα γαλλικά
χιτώνας
λέγεται
hi’tonas
.
χιτώνας
σημαίνει στα γαλλικά
tunique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- χιτώνας : gainage
- επιπεφυκώς / σκληρός χιτώνας οφθαλμού : sclère / sclérotique
- κερατοειδής / κερατοειδής χιτώνας : cornée
- ινώδης χιτώνας : albuginée
- χιτώνας καλωδίου : gaine de câble
- κερατοειδής χιτώνας : sclérotique / cornée opaque
- ινώδης χιτώνας σπλήνα : albuginée splénique
- αμφιβληστροειδής χιτώνας : rétine
- χοριοειδής χιτώνας οφθαλμού : choroïde
Subscribe
0 Comments


