Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

χρώμα στα γαλλικά
χρώμα
λέγεται
’hroma
.
χρώμα
σημαίνει στα γαλλικά
couleur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- χρώμα : couleur
- χρώμα / μπογιά : peinture
- χρώμα : robe
- βαφή / χρώμα : coloration
- φόντο / βασικό χρώμα : couleur de fond
- νερά / χρώμα μιμήσεως ξύλου : film imitation bois
- απόχρωση / βασικόν χρώμα : teinte / tonalité
- ιντατρέν / ανεξίτηλο χρώμα : couleur solide
Subscribe
0 Comments


