Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

χόρτο στα γαλλικά
χόρτο
λέγεται
’horto
.
χόρτο
σημαίνει στα γαλλικά
herbe
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- νομή / χόρτο : herbe / pâture
- χόρτο : foin
- χόρτο : herbe
- πόα / χόρτο : herbe
- χόρτο : H / pot
- σανός / σγουρό χόρτο : foin frisé
- χασίς / 2)χόρτο : charas / churrus
- αγριάδα / χόρτο για βούρτσες : chiendent ou herbe à brosses
- μπλέ χόρτο : pâturin des prés
- ξηρό χόρτο : foin
Subscribe
0 Comments


