Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ψαλιδίζω στα γαλλικά
ψαλιδίζω
λέγεται
psali’dhizo
.
ψαλιδίζω
σημαίνει στα γαλλικά
tailler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σιάζω / ξακρίζω : rogner
- ξακρίζω / ψαλιδίζω : ébarber
- κόβω / ξακρίζω : rogner
- ψαλιδίζω τα φόντια : rafraîchir les tiges
- ψαλιδίζω τις φόδρες : ébarber les doublures
Subscribe
0 Comments


