Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ωχρός στα γαλλικά
ωχρός
λέγεται
oh’ros
.
ωχρός
σημαίνει στα γαλλικά
blême / terne
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ωχρός : pâle
- ώχρος / λάθυρος ο ώχρος : ocre
- όρχις ο ωχρός : orchis pâle
- λάθυρος ο ώχρος : cicerole / gesse ocre
- ωχρός μυελός της πτέρνας / λιπώδης μυελός της πτέρνας : corps adipeux du calcanéum
Subscribe
0 Comments


