Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ώμος στα γαλλικά
ώμος
λέγεται
’omos
.
ώμος
σημαίνει στα γαλλικά
épaule
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ώμος : épaule
- ώμος : épaulement
- ωμός / ακατέργαστος : cru / brut
- ωμός καφές / πράσινος καφές : café cru / café brut
- ωμός καφές / πράσινος καφές : café vert
- παγωμένος ώμος / ρικνωτική θυλακίτις : épaule gelée / épaule bloquée
Subscribe
0 Comments


