Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abondant στα ελληνικά
abondant
λέγεται
αμπονντάν
.
abondant
σημαίνει στα ελληνικά
άφθονος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- abonder : τροφοδοτώ
- sueur abondante : έντονη εφίδρωση
- hémorragie abondante : αιμόρροια / μεγάλη αιμορραγία
- amnios à liquide peu abondant : ολιγάμνιο
- les lignes de glissement abondent dans l'austénite : ο ωστενίτης περιέχει μεγάλο αριθμό γραμμών ολίσθησης
Subscribe
0 Comments


