Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abonné στα ελληνικά
abonné
λέγεται
αμπονέ
.
abonné
σημαίνει στα ελληνικά
συνδρομητής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- abonné : πελάτης / συνδρομητής
- abonné : συνδρομητής
- abonné : συμβεβλημένος πελάτης
- abonné / utilisateur : χρήστης / συνδρομητής τηλεπληροφόρησης
- mobile / abonné mobile : κινητός χρήστης / κινητός συνδρομητής
- abonné : ακόλουθος
Subscribe
0 Comments


