Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

aboyer στα ελληνικά
aboyer
λέγεται
αμπουαγέ
.
aboyer
σημαίνει στα ελληνικά
γαβγίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ment / aboyer : γαυγίζω
- toux aboyante : υλακώδης βήχας
- toux aboyante : ξηρός βήχας / βήχας σε τραχειίτιδα
Subscribe
0 Comments


