Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abrégé στα ελληνικά
abrégé
λέγεται
αμπρεζέ
.
abrégé
σημαίνει στα ελληνικά
σύνοψη / en abrégé εν συντομία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- abrégé : περίληψη
- abrégé : μηχανισμός που συνδέει τα πλήκτρα με τους αυλούς
- abrégé / document abrégé : επιτομή
- abrégé : συνοπτική περιγραφή
- abréger : αναπτύσσω / αναπτύσσω ολογράφως
- renvoi vide / renvoi d'appel abrégé vide : κενή απεικόνιση
- titre abrégé : σύντομος τίτλος
- appel abrégé / short reference : σύντομη αναφορά / στοιχειοσειρά σύντομης αναφοράς
- numéro abrégé : ταχυκλητικός αριθμός
- calcul abrégé / calcul rapide : απλοποιημένες μέθοδοι υπολογισμού
Subscribe
0 Comments


