Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abri στα ελληνικά
abri
λέγεται
αμπρί
.
abri
σημαίνει στα ελληνικά
καταφύγιο / υπόστεγο / à l’ abri μακριά / mettre à l’ abri σιγουρεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- abri : κατάλυμα/κέντρο περίθαλψης
- abri : καταφύγιο
- abri / mouillage : απηνεμώ / απαγκιάζω
- abri : παρακράτημα
- abri : καταφύγια
- S78 / S7-8 : Σ7/8
- S8 / conserver le récipient à l'abri de l'humidité : Σ8 / το δοχείο να προστατεύεται από υγρασία
- FEANTSA / Fédération européenne des associations nationales travaillant avec les sans-abri : FEANTSA / ευρωπαϊκή ομοσπονδία των εθνικών ενώσεων που ασχολούνται με τους αστέγους
- pont-abri : προστατευτικό κατάστρωμα
- toit-abri / pare-soleil : ουρανός ελκυστήρα
Subscribe
0 Comments


