Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

abroger στα ελληνικά
abroger
λέγεται
αμπροζέ
.
abroger
σημαίνει στα ελληνικά
ακυρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- abroger : καταργώ
- Règlement (UE) 2015/2424 du Parlement européen et du Conseil modifiant le règlement (CE) nº 207 : Κανονισμός για το σήμα της ΕΕ / Κανονισμός (ΕΕ) 2015
- Directive 2014/90 : Οδηγία για τον εξοπλισμό πλοίων / Οδηγία 2014
- règlement CLP / Règlement (CE) no 1272 : κανονισμός CLP
- Règlement (UE) n°1304/2013 du relatif au Fonds social européen et abrogeant le règlement (CE) n°1081 : Κανονισμός για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο / Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1304
- être abrogé le : καταργείται την (στις)
- abroger un règlement / abrogation d'un règlement : καταργώ τον κανονισμό / κατάργηση του κανονισμού
- abroger une décision : καταργώ αποφάσεις
- abroger une dérogation : καταργώ μια παρέκκλιση
Subscribe
0 Comments


