Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

absent στα ελληνικά
absent
λέγεται
αψάν
.
absent
σημαίνει στα ελληνικά
απών / être absent απουσιάζω / λείπω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- absent : Απουσία
- indice CAO / indice dents cariées,absentes ou obturées : δείκτης CAO / τερηδονισμένοι,ελλείποντες ή σφραγισμένοι οδόντες
- absent temporaire : προσωρινά απών
- service des abonnés absents : συμβουλευτική δυνατότητα / υπηρεσία απόντος συνδρομητή
- service des abonnés absents : υπηρεσία απόντος συνδρομητή
- contrat conclu entre absents : σύμβαση μεταξύ απόντων
- personne temporairement absente : άτομο που απουσιάζει προσωρινά
- opérateur provisoirement absent : χειριστής προσωρινά μη διαθέσιμος
- dents cariées,absentes ou obturées : τερηδονισμένοι,ελλείποντες ή σφραγισμένοι οδόντες
- renvoi automatique d'appel en cas d'abonné absent : προώθηση κλήσεων σε περίπτωση που δεν υπάρχει απάντηση / προώθηση κλήσεων σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει απάντηση
Subscribe
0 Comments


