Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

absent στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
absent
λέγεται
αψάν
.
absent
σημαίνει στα ελληνικά
απών / être absent απουσιάζω / λείπω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • absent : Απουσία
  • indice CAO / indice dents cariées,absentes ou obturées : δείκτης CAO / τερηδονισμένοι,ελλείποντες ή σφραγισμένοι οδόντες
  • absent temporaire : προσωρινά απών
  • service des abonnés absents : συμβουλευτική δυνατότητα / υπηρεσία απόντος συνδρομητή
  • service des abonnés absents : υπηρεσία απόντος συνδρομητή
  • contrat conclu entre absents : σύμβαση μεταξύ απόντων
  • personne temporairement absente : άτομο που απουσιάζει προσωρινά
  • opérateur provisoirement absent : χειριστής προσωρινά μη διαθέσιμος
  • dents cariées,absentes ou obturées : τερηδονισμένοι,ελλείποντες ή σφραγισμένοι οδόντες
  • renvoi automatique d'appel en cas d'abonné absent : προώθηση κλήσεων σε περίπτωση που δεν υπάρχει απάντηση / προώθηση κλήσεων σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει απάντηση

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments