Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

accélérateur στα ελληνικά
accélérateur
λέγεται
αξελερατέρ
.
accélérateur
σημαίνει στα ελληνικά
γκάζι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- accélérateur / accélérateur de particules : επιταχυντής
- accélérateur : επιταχυντής
- accélérateur : επιταχυντική ύλη
- accélérateur : επιταχυντικό νεύρο της καρδιάς
- accélérateur : γκάζι / επιταχυντής αυτοκινήτου
Subscribe
0 Comments


