Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

accepter στα ελληνικά
accepter
λέγεται
αξεπτέ
.
accepter
σημαίνει στα ελληνικά
δέχομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- accepter : αποδέχομαι
- accepté : αποδεκτό μέρος
- pâte épurée / pâte acceptée : αποδεκτό μέρος του πολτού
- PPGA / Principes de Santiago : αρχές του Σαντιάγο / γενικώς αποδεκτές αρχές και στρατηγικές
- marché accepté : αποδεκτή αγορά
- brouillage accepté : αποδεκτή παρεμβολή
- appel non accepté / signal de refus d'appel : μη αποδεκτή κλήση
- réassurance active / réassurance acceptée : αποδοχή αντασφαλίσεων
- accepter un emploi : αποδέχομαι μία θέση
- accepter (un lot) : εγκρίνω (μια παρτίδα)
Subscribe
0 Comments


