Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

accidenté στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
accidenté
λέγεται
αξινταντέ
.
accidenté
σημαίνει στα ελληνικά
ανώμαλος / τρακαρισμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • accidenté / personne accidentée : θύμα
  • terrain accidenté : λοφώδες γήπεδο
  • dépêche accidentée : ταχυδρομική αποστολή που έχει υποστεί ατύχημα
  • accidenté du travail / victime d'un accident du travail : θύμα εργατικού ατυχήματος
  • accidenté du travail / travailleur accidenté : θύμα εργατικού ατυχήματος / εργαζόμενος που έπαθε εργατικό ατύχημα
  • hôpital pour accidentés / hôpital de traumatologie : νοσοκομείο ατυχημάτων
  • ligne à profil accidenté : σιδηροδρομική γραμμή με ανώμαλη μηκοτομή / σιδηροδρομική γραμμή με εναλλαγές στη μηκοτομή
  • zone de collines au relief accidenté : λοφώδης ζώνη με ανώμαλη μορφολογία εδάφους
  • ministre de la famille, ministre de la promotion féminine, chargé également de la politique en faveur des handicapés et des accidentés de la vie : Υπουργός Οικογένειας, Υπουργός Προώθησης των Γυναικών, υπεύθυνος και για την πολιτική υπέρ των ατόμων με φυσική ή επίκτητη αναπηρία

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments