Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

accompagner στα ελληνικά
accompagner
λέγεται
ακονπανιέ
.
accompagner
σημαίνει στα ελληνικά
συνοδεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vent arrière / vent accompagnant la lame : ακολουθών άνεμος
- comité / accompagné : συνοδευόμενος / ακολουθούμενος
- accompagnateur / personne accompagnante : συνοδός
- Mena / mineur non accompagné : ασυνόδευτος ανήλικος / μη συνοδευόμενος ανήλικος αιτών άσυλο
- TCNA / TCna : ΑΣΜ / ασυνόδευτη συνδυασμένη μεταφορά
- TCa / transport combiné accompagné : ΣΣΜ / συνοδευόμενη συνδυασμένη μεταφορά
- bagages accompagnés : συνοδευόμενες αποσκευές
- TAA / train autos accompagnées : αμαξοστοιχία μεταφοράς συνοδευόμενων αυτοκινήτων
- TMA / train motos accompagnées : αμαξοστοιχία συνοδευόμενων διτρόχων
- enfant non accompagné / UM : ασυνόδευτος ανήλικος / ασυνόδευτο παιδί
Subscribe
0 Comments


