Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

accouchement στα ελληνικά
accouchement
λέγεται
ακουσμάν
.
accouchement
σημαίνει στα ελληνικά
τοκετός / γέννα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- accouchement : τοκετός
- accouchement : γέννηση / τοκετός
- accouchement : λοχεία / περίοδος αναμενόμενου τοκετού
- né avant terme / naissance prématurée : πρόωρος τοκετός / πρόωρη γέννηση
- mortinaissance / accouchement d'un enfant mort né : γέννηση νεκρού / εμβρυικός θάνατος
- congé postnatal / congé de grossesse : άδεια λοχείας / άδεια εγκυμοσύνης
- maternité / service d'accouchement : μαιευτικό τμήμα
- accouchement sous X / accouchement anonyme : ανώνυμος τοκετός
- congé de maternité / repos d'accouchement : άδεια τοκετού / άδεια μητρότητας
Subscribe
0 Comments


